Εξαρχικό Μοναστήρι της Παναγίας Θεοτόκου της Κρυπτοφέρρης - Βασιλειανοί Μοναχοί

Corso del Popolo, 128 - 00046 Grottaferrata (RM) - Tel. 0039-06.945.93.09 - Fax +039-06.945.67.34

Italiano English Français Deutsch Português Русский
 

Ιστοσελίδα Γένεση και ιστορία Λειτουργία και Ιεροτελεστίες Τέχνη και κουλτούρα Εκδοτικός Οίκος  
 
    ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ ΚΑΙ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΊΕΣ -> Ο Βυζαντινοσ Ρυθμοσ στη Κρυπτοφέρρη  
 

Εισαγωγή

Ο Βυζαντινοσ Ρυθμοσ στη Κρυπτοφέρρη

Ωράριο

Χάρτης της Ιστοσελίδας

Valid XHTML 1.1

Valid CSS

«Εσείς που διαβαίνετε την πύλη του οίκου του Θεού, αφήστε έξω τη ζάλη των
μερίμνων σας, για να βρείτε μέσα τον καλοκάγαθο Κριτή» Άγio Θεόδωρος Στουδίτος

Ο Όσιος Νείλος προερχόταν από την βυζαντινή Καλαβρία, της οποίας οι εκκλησιαστικές επαρχίες ήταν υπό την διοίκηση του Οικουμενικό Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Μεταβαίνοντας στην Κρυπτοφέρρη, η οποία ανήκε στην περιφέρεια της Ρώμης, μετέφερε εκεί τον βυζαντινόρυθμο λειτουργικό τύπο που χρησιμοποιούταν στους Ναούς και στα Μοναστήρια της Καλαβρίας. Το 1004, έτος ιδρύσεως του Μοναστηριού, οι Εκκλησίες της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως, αν και ακολουθούσαν διαφορετικά λειτουργικά τυπικά, βρίσκονταν ακόμη σε εκκλησιαστική κοινωνία. Πράγματι, ο Μεγάλος Χωρισμός της Ανατολής, που οδήγησε στον χωρισμό μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, έγινε 50 χρόνια αργότερα, αλλά το κοινόβιο της Κρυπτοφέρρης έμεινε πιστό στην Εκκλησία της Ρώμης, διατηρώντας όμως τον βυζαντινό λειτουργικό τυπικό και τις βυζαντινές παραδόσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οποιοσδήποτε πιστός της Καθολικής Εκκλησίας μπορεί να συμμετέχει στις Ιεροτελεστίες του Μοναστηριού και στα Ιερά Μυστήρια.

Ιδιαίτερα η Θεία Λειτουργία που τελείται στο Μοναστήρι της Κρυπτοφέρρης, έχει τις ρίζες της στη Θεία Λατρεία της Κωνσταντινουπόλεως, που εισήχθη με τη βυζαντινή κυριαρχία στη μεσημβρινή Ιταλία, όπου διαμορφώθηκαν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Εξαιτίας αυτού, γίνεται λόγος για τον ιταλο-βυζαντινό λειτουργικό τυπικό, το οποίο αποτελεί το αυθεντικό βυζαντινό λειτουργικός τυπικό με ορισμένα ιταλικά χαρακτηριστικά.
Η Θεία Λειτουργία που τελείται στο Μοναστήρι ακολουθεί κατά κανόνα τη διατύπωση που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, Πατέρα της Ανατολικής Εκκλησίας (+ 407). Κατά τις Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής και σε ορισμένες άλλες επίσημες πανηγύρεις η τέλεση ακολουθεί τη διατύπωση που αποδίδεται στον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, Αρχιεπίσκοπο της Καισαρείας της Καππαδοκίας (+ 379). Η Θεία Ευχαριστία μεταδίδεται με τα δύο είδη, του άρτου και του οίνου, σύμφωνα με τη διήγηση του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, το οποίο μας λέει ότι ο Μυστικός Δείπνος έγινε το βράδυ που προηγήθηκε του εβραϊκού Πάσχα (σύμφωνα με τα τρία άλλα Ευαγγέλια ο Μυστικός αυτός Δείπνος έγινε το βράδυ του Πάσχα) και επομένως ο άρτος τον οποίον χρησιμοποίησε ο Χριστός ήταν ο συνηθισμένος ένζυμος άρτος και όχι ο άζυμος άρτος, που επιβαλλόταν για το πασχαλινό δείπνο.

Το Βάπτισμα μεταδίδεται με την τριπλή κατάδυση του βαπτιζομένου στο νερό της κολυμπήθρας. Κατά την ίδια τελετή μεταδίδονται στο νεοφώτιστο και τα ιερά μυστήρια του Χρίσματος και της πρώτης Θείας Κοινωνίας.

Ιδιαίτερα επιβλητική είναι η τελετή του ιερού Μυστηρίου του Γάμου. Ο Ιερέας υποδέχεται στην πύλη του Ναού τους μελλονύμφους και εκεί βεβαιώνεται για την ελεύθερη βούληση τους να ενωθούν σε γάμο. Ο σύντομος αυτός διάλογος μεταξύ ιερουργού και μελλονύμφων παριστάνει την παλαιά ακολουθία του αρραβώνα, η οποία άλλοτε γινόταν μια μέρα πριν από τους γάμους. Μετά την Θεία Λειτουργία αρχίζει η τέλεση του γάμου. Στους αρραβωνιασμένους, οι οποίοι σ’ αυτήν τη στιγμή δίνουν την υπόσχεση γάμου, ο Ιερέας βάζει στον δάκτυλό τους τις βέρες, σύμβολο της δράσεως του Θεού που τους ενώνει. Ακολουθεί η στιγμή του στεφανώματος: τα στέφανα, στην κεφαλή των νυμφευόμενων, υποδείχνουν ότι ο καθένας δέχεται τον άλλο ως στεφάνι, δηλαδή ως λαμπρή διακόσμηση και τελειοποίησή του. Τελικά, αφού πιουν και οι δύο από το ίδιο ποτήρι του καθαγιασμένου κρασιού, ανάμνηση της ευλογίας του Ιησούς στους Γάμους της Κανά, στη Γαλιλαίας, οι νεόνυμφοι κάνουν τρεις γύρους γύρω από το Ιερό Βήμα, βαστάζοντας ο καθένας μια λαμπάδα, σύμβολο της συζυγικής ζωής την οποία οφείλουν να διανύσουν μαζί, φωτιζόμενοι από το φως της πίστεως.

Χαρακτηριστικό των ναών του βυζαντινού λειτουργικού τυπικού είναι η παρουσία του εικονοστασίου, ενός διαχωριστικού παραπετάσματος όπου βρίσκονται οι σεπτές εικόνες, το οποίο χωρίζει τον κυρίως Ναό, όπου προσεύχονται οι πιστοί, από το Ιερό Βήμα, όπου γύρω από την Αγία Τράπεζα οι Ιερείς και οι Διάκονοι επιτελούν τη Θεία Λειτουργία. Στο εικονοστάσιο ανοίγουν τρεις πύλες: μία κεντρική με δύο φύλλα, ονομαζόμενη «βασιλική», δια μέσου της οποίας μπορούν να περνούν μόνο οι Ιερείς, και δύο πλάγιες πύλες, διαμέσου των οποίων περνούν οι διάκονοι. Πίσω από το εικονοστάσιο, στο κέντρο του Ιερού Βήματος, είναι τοποθετημένη η τετράγωνη Αγία Τράπεζα. Πάνω απ’ αυτήν κρέμεται ένα μεταλλικό περιστέρι, με ανοικτά φτερά, το οποίο αποτελεί το Ιερό Αρτοφόριο, γιατί στο εσωτερικό του φυλάγεται μια μερίδα καθαγιασμένου άρτου. Δεξιά και αριστερά, πίσω από την Αγία Τράπεζα βρίσκονται δύο μικρά τραπεζάκια τα οποία χρησιμεύουν το ένα για την προετοιμασία του ευχαριστιακού άρτου και το άλλο για τα ιερά άμφια.

Τα λατρευτικά άμφια του ιερέα περιλαμβάνουν ένα έγχρωμο στιχάριο, ένα επιτραχήλιο στολισμένο με επτά σταυρούς, δύο επιμανίκια για να συγκρατούν το στιχάριο στα δύο χέρια και ένα ευρύ μανδύα που ονομάζεται φελόνιο.

Ο Διάκονος, εκτός από το στιχάριο και τα επιμανίκια, ενδύεται επίσης και το οράριον, ένα μακρύ επιτραχήλιο γύρω από το σώμα του.

Κατά τις επίσημες ιεροτελεστίες ο Εξαρχικός Αρχιμανδρίτης της Κρυπτοφέρρης φορά την βυζαντινή μίτρα, την ποιμαντική ράβδο με τα δύο φίδια που κοιτάζουν το ένα το άλλο («να είσθε φρόνιμοι όπως τα φίδια», Μθ. 10,16), και το επιγονάτιο, σαν μικρή τσάντα που κρέμεται από τη ζώνη του.

Το τυπικό που ακολουθείται από τους μοναχούς της Κρυπτοφέρρης τελείται στα ελληνικά και στα ιταλικά, και περιλαμβάνει ένα πλούσιο συμβολικό λεξιλόγιο: τακτικά θυμιάματα, σημεία του σταυρού κάθε φορά που αναφέρονται τα τρία πρόσωπα της Παναγιότατης Τριάδος, και μετάνοιες, δηλαδή βαθιές υποκλίσεις, συνοδευόμενες από το σημείο του σταυρού, ως εκδήλωση ευλαβείας και μετανοίας.

Κατά το σημείο της ευλογίας, ο Ιερέας κρατά τον αντίχειρα (τον μεγάλο δάχτυλο) ακουμπισμένο στον παράμεσο δάχτυλο, το δείκτη όρθιο και τους δύο άλλους δαχτύλους σε ελαφριά κλίση, έτσι ώστε να σχηματίζονται τα αρχικά ελληνικά γράμματα των λέξεων ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ.

Το σημείο του σταυρού γίνεται με ενωμένους τον αντίχειρα, τον δείκτη και τον μέσο δάχτυλο και φέρνοντας το χέρι στο μέτωπο, στο στήθος, στον δεξιό και έπειτα στον αριστερό ώμο.

Ουσιαστικό στοιχείο της βυζαντινής θείας λατρείας είναι η ψαλμωδία χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η ψαλμωδία αυτή θεωρείται ως το πιο κατάλληλο μέσο για να εκφράσουμε την ιερή υμνωδία και όργανο που εξυψώνει την ψυχή στην ενόραση του Θεού. Στην Κρυπτοφέρρη η σύνθεση της λατρευτικής μελουργίας είναι μια παράδοση, που ανέρχεται στους Αγίου ιδρυτές της Νίλο και Βαρθολομαίο, και η οποία διαιωνίζεται αδιάκοπα εδώ και χίλια χρόνια εώς σήμερα. Τα κείμενα και οι μελωδικοί τύποι των ύμνων, τόσο εκείνων που μας μεταδόθηκαν από τα αρχαία χειρόγραφα όσο και εκείνων που συντέθηκανπρόσφατα, μας μεταδίδουν την αυστηρή ωραιότητα και τον μυστικισμό μιας μελουργικής τέχνης, η οποία γοητεύει και προδιαθέτει κατάλληλα τους πιστούς ενώπιον των Ιερών Μυστηρίων.

 
 

© 2001-2019 Τάγμα των Βασιλειανών Μοναχών της Ιταλίας - Με την επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων - Credits